ορυκτολογία

Επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των ορυκτών: εξετάζει όλες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους, από την εξωτερική μορφολογική δομή τους έως τη θέση των ατόμων που τα αποτελούν και τις μεταξύ τους σχέσεις, από τις φυσικές ιδιότητες έως τις χημικές ιδιότητες και ενώσεις τους, από την γένεση έως τον μετασχηματισμό τους σε άλλα ορυκτά. Η ο. χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό μεθόδους έρευνας και μελέτης που ανήκουν σε άλλες επιστήμες: η χημεία προσφέρει τη δυνατότητα να προσδιοριστούν, με ποσοτικές και ποιοτικές αναλύσεις η ακριβής σύσταση των ορυκτών και ο χημικός τους τύπος: επιπλέον, η χημεία θέτει στη διάθεση της ο. τα μέσα να αναπαραγάγει στο εργαστήριο, με συνθετικές μεθόδους, τα διάφορα είδη των ορυκτών που υπάρχουν στη φύση και να ερευνήσει έτσι τις συνθήκες που καθορίζουν τη γένεσή τους. Η γεωμετρία διαθέτει τα όργανα, για να προσδιοριστούν οι μακροσκοπικές ιδιότητες των ορυκτών, ώστε να καθοριστούν, μέσω αυτών, οι νόμοι που διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των εδρών των κρυστάλλων ενός ορυκτού. Η φυσική παρέχει τη δυνατότητα της μελέτης όλων των φυσικών ιδιοτήτων των ορυκτών: οπτικές, μαγνητικές και ηλεκτρικές ιδιότητες, τη διασταλτικότητα, τη θερμική αγωγιμότητα, το εύτηκτο, τη σκληρότητα, τη σχιστότητα κλπ. Εξάλλου, η έρευνα με ακτίνες X και με ηλεκτρονικές ακτίνες επιτρέπει την «αποκάλυψη» της εσωτερικής δομής των ορυκτών, από την οποία εξαρτώνται πρακτικά όλες οι άλλες ιδιότητες. Η ο. διαιρείται συνήθως σε γενική ο. και σε ειδική ή συστηματική. Η γενική ο. ασχολείται με τη μελέτη της εξωτερικής μορφολογίας και της εσωτερικής δομής των ορυκτών (κρυσταλλογραφία) και με τις υποδιαιρέσεις τους σε τάξεις και συστήματα που καθορίζονται από το συνδυασμό των διάφορων στοιχείων συμμετρίας των κρυστάλλων· μελετά επίσης τις φυσικές και χημικές ιδιότητες των ορυκτών, τον τρόπο γένεσης τους κλπ. Η συστηματική ο. ασχολείται με τη λεπτομερή εξέταση κάθε είδους ορυκτού και με τη γεωγραφική διανομή του· ασχολείται ακόμα με την ταξινόμηση των ορυκτών σε ομάδες ανάλογα με τη χημική τους σύσταση. Συστηματική ο. Η συστηματική κατάταξη των ορυκτών διαρθρώνεται σε 8 τάξεις: αυτόχθονα στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται εκείνα τα ορυκτά που αποτελούνται από ένα μόνο στοιχείο (χαλκός, άργυρος, χρυσός, υδράργυρος, πλατίνα, σίδηρος, άνθρακας σε μορφή αδάμαντος και γραφίτη, θείο κ.ά.)·. θειούχα, αρσενιούχα, αντιμονιούχα και τα όμοιά τους (χαλκοπυρίτης, γαληνίτης, κιννάβαρι, σιδηροπυρίτης, σμισθονίτης, θειικός άργυρος, κιτρίνη σανδαράχη κλπ.)· αλογόνα (ορυκτό άλας, φθορίτης κλπ.)· οξείδια και υδροξείδια (χαλαζίας, κυπρίτης, ζιγκίτης, κορούνδιο, αιματίτης, ρουτίλιο, κασσιτερίτης, σπινέλλιοι, λειμονίτης κλπ.)· νιτρικά, ανθρακικά και βορικά (ασβεστίτης, μαγνησίτης, σιδερίτης, δολομίτης, μαλαχίτης, αζουρίτης κλπ.)· θειικά, χρωμικά και τα όμοιά τους (ανυδρίτης, βαρυτίνη, γύψος, γλαύκινος κλπ.)· φωσφορικά, αρσενικά, βαναδικά (απατίτης, καρνοτίτης κλπ.)· πυριτικά (ολιβίνης, γρανάτες, ζιρκόνιο, τοπάζιο, σφαλερίτης, επίδοτο, βήρυλλος, τουρμαλίνης, αμφίβολοι, πυρόξενοι, μαρμαρυγίες, χλωρίτης, σερπεντίνης, νεφελίνης, λευκίτης, άστριοι κλπ.). Σχέσεις της ο. με τις άλλες επιστήμες. Όλες οι γεωλογικές επιστήμες, θεωρητικές και εφαρμοσμένες, βρίσκονται σε στενή σχέση με την ο. Η γεωλογία, με τη μελέτη των ορυκτών που αποτελούν τα πετρώματα, μπορεί vα αναπαραγάγει τις συνθήκες κάτω από τις oποίες έχει σχηματιστεί ένα πέτρωμα και, με τη μελέτη των χημικών ή φυσικών μετασχηματισμών που έχουν υποστεί τα ορυκτά, να αναπαραστήσει την ιστορία του εξεταζόμενου πετρώματος. Η πετρογραφία, που μελετά τη σύσταση των πετρωμάτων, μπορεί, χάρη στην o., να ξεχωρίσει με ακρίβεια, όλα τα ορυκτά συστατικά των πετρωμάτων. Η κοιτασματολογία δανείζεται από την ο. τη συστηματική μελέτη της μάζας των ορυκτών, του τρόπου γένεσης τους και της γεωγραφικής διανομής τους στη λιθόσφαιρα. Με βάση τις γνώσεις που παίρνει από την ο. και από άλλες επιστήμες, η γεωχημεία προσπαθεί να καθορίσει την ποσότητα των χημικών στοιχείων που παρουσιάζονται στα διάφορα μέρη της Γης χωριστά.
* * *
η
γεωλογική επιστήμη η οποία μελετά τις φυσικές ιδιότητες τών ορυκτών, τη χημική τους σύσταση, την εσωτερική κρυσταλλική δομή τους, την εμφάνιση και κατανομή τους στη φύση και την προέλευσή τους σε ό,τι αφορά τις φυσικοχημικές συνθήκες σχηματισμού τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. oryctology (< ορυκτό + -λογία*). Η λ. μαρτυρείται από το 1766 στον Ευγένιο Βούλγαρι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ορυκτολογία — [ориктологиа] ουσ. Θ. минералогия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ορυκτολογία — η η επιστήμη των ορυκτών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ορυκτολογικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ορυκτολογία 2. φρ. «ορυκτολογικός πλούτος» ο ορυκτός πλούτος. επίρρ... ορυκτολογικώς με ορυκτολογικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορυκτολογία. Η λ. μαρτυρείται από το 1867 στον Δ. Αλεξανδρίδη] …   Dictionary of Greek

  • Μπερτσέλιους, Γενς Γιάκομπ — (Jens Jakob Berzelius, Βεβερσούντα, Σέργκαρντ 1779 – Στοκχόλμη 1848). Σουηδός χημικός. Σπούδασε αρχικά ιατρική, την οποία άσκησε για μια μικρή περίοδο, και ύστερα χημεία στην Ουψάλα· υπήρξε καθηγητής της χημείας στην ιατρική σχολή της Στοκχόλμης… …   Dictionary of Greek

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

  • γεωλογία — Επιστήμη που μελετά την εξελικτική ιστορία της Γης και την υλική σύσταση των δυνάμεων που την διαμόρφωσαν. Αναλυτικότερα, η γ. εξετάζει τα διαδοχικά στάδια εξέλιξης του πλανήτη μας, τους διάφορους παράγοντες που επέδρασαν στη διαμόρφωση της… …   Dictionary of Greek

  • ορυκτολόγος — ο, η επιστήμονας ο οποίος ασχολείται ειδικά με την ορυκτολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ορυκτό + λόγος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1802 στον Ανθ. Γαζή] …   Dictionary of Greek

  • ορυκτό — Φυσική ουσία, συνήθως στερεή και ανόργανη με χημική σύσταση και φυσικές ιδιότητες καθορισμένες. Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, τα ο. είναι κρυσταλλικά, δηλαδή έχουν κανονικό σχήμα διεπόμενο από τους νόμους της κρυσταλλογραφίας· ελάχιστα είναι τα… …   Dictionary of Greek

  • πολυμορφισμός — Διαφορά όψης μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους, που αφορούν στη μορφή (κυρίως π.) αλλά και στο χρώμα (πολυχρωμισμός) ή στις διαστάσεις ή και άλλους χαρακτήρες. Όταν οι διαφορετικές μορφές είναι μονάχα δυο, τότε έχουμε διμορφισμό. Ο ατομικός π. έχει… …   Dictionary of Greek

  • Ακαδημία ή Ακαδήμεια — Προάστιο της αρχαίας Αθήνας, στον έξω Κεραμεικό, κοντά στην όχθη του Κηφισού στα νότια του Ιππίου Κολωνού (βλ. λ. Κολωνός). Το όνομά του το πήρε από τον πρώτο του οικιστή, τον ήρωα Ακάδημο (ή Εκάδημο). Η Α. ήταν ιερό άλσος, που το τείχισε τον 6ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.